Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

"Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα φτωχό παιδί που ζούσε με τη χαροκαμένη μάνα του σ' ένα μικρό χωριό. Απ' το πρωί, πριν φέξει, δούλευαν κι οι δυο στα χωράφια, και το βράδυ, που γυρνούσανε στο καλύβι τους, δειπνούσαν μ' άγρια χόρτα και ξερό ψωμί. Ένα πρωί, καθώς το αγόρι, που ήταν όμορφο σαν τον ήλιο, έσκαβε το χωράφι, φάνηκε από μακριά η βασιλοπούλα! Ήταν όμορφη σαν το φεγγάρι. Προχωρούσε καβάλα στο άσπρο της άλογο και γύρω οι βάγιες πλήθος. Μόλις πλησίασε, το φτωχό αγόρι τη χαιρέτησε σεμνά κι ήταν τόσο γλυκιά η φωνή του, σαν όλα τα πουλιά μαζί, που αμέσως η βασιλοπούλα το αγάπησε...".


Τα μεγάλα μάτια τού μικρού Γιωργή κοιτάζουν θαμπωμένα καθώς ακούει τον παππού ν' ανιστορεί το παραμύθι. Ένα κούτσουρο τρίζει στο τζάκι. Έξω χιονίζει. Μέσα στο παιδικό μυαλό του, οι εικόνες εντυπώνονται με δύναμη: το φτωχό αγόρι, η βασιλοπούλα, η αγάπη τους. Κι εκείνος είναι φτωχός. Κι η δική του μάνα είναι χήρα και δουλεύει σκληρά, για να ζήσει τα δυο ορφανά παιδιά της. Μόνο η βασιλοπούλα λείπει. Κι ο μικρός Γιωργής, καθώς την άλλη μέρα το πρωί σκάβει στο χωράφι, σηκώνει κάθε τόσο το κεφάλι και κοιτάζει τον ορίζοντα. Όλο κι ακούει πατήματα αλόγου. Όλο και περιμένει τη βασιλοπούλα. Κι όταν έρχεται το βράδυ, γυρίζει λυπημένος στο πατρικό σπίτι. Ούτε σήμερα ήρθε. Τη νύχτα, καθώς θα κουλουριαστεί κάτω απ' τα σκεπάσματα, θ' αρχίσει πάλι να ελπίζει. Ίσως αύριο να 'ναι η μεγάλη μέρα. Και με τη σκέψη αυτή αποκοιμιέται. Και να που η βασιλοπούλα, πεντάμορφη, έρχεται, καβάλα στο άσπρο άλογο. Του χαμογελάει. Εκείνος δίνει μια και μ' ένα πήδημα βρίσκεται καθισμένος πάνω στα καπούλια. Και τότε χάνονται στο δάσος που μοσκοβολάει...
Τάσος Λειβαδίτης, Γεώργιος Βιζυηνός



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου